Skip to content

«Θα τα καταφέρω;». Η σκέψη που επηρεάζει την πορεία προς τις εξετάσεις

«Αφού μελετά, γιατί δεν αποδίδει;» Είναι μια ερώτηση που απασχολεί συχνά γονείς και εκπαιδευτικούς. Υπάρχουν μαθητές που αφιερώνουν χρόνο στη μελέτη, γνωρίζουν την ύλη, κι όμως στις εξετάσεις μπλοκάρουν, εγκαταλείπουν γρήγορα ή αποδίδουν χαμηλότερα από τις πραγματικές τους δυνατότητες.
Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στο τι γνωρίζουν, αλλά και στο τι πιστεύουν για τον εαυτό τους.
Ανάμεσα στη γνώση και στην πράξη παρεμβάλλεται συχνά μια εσωτερική φωνή: «μπορώ» ή «δεν μπορώ». Αυτή η πεποίθηση λειτουργεί ως ρυθμιστικός μηχανισμός που επηρεάζει την προσπάθεια, την επιμονή και τελικά την απόδοση (Schutte & Malouff, 2016). Όταν ένας μαθητής πιστεύει ότι μπορεί να τα καταφέρει, είναι πιο πιθανό να αντιμετωπίσει με επιμονή δύσκολες ασκήσεις, να δοκιμάσει εναλλακτικές στρατηγικές και να διαχειριστεί αποτελεσματικά το άγχος του. Αντίθετα, η σκέψη «δεν είμαι ικανός» οδηγεί πιο γρήγορα σε αποφυγή και παραίτηση.

Αυτή η εσωτερική πεποίθηση —το αν το παιδί πιστεύει ότι μπορεί να ανταποκριθεί σε μια πρόκληση— αποτελεί την καρδιά της έννοιας που στην ψυχολογική βιβλιογραφία περιγράφεται ως αυτοπεποίθηση και, πιο ειδικά, ως αυτο-αποτελεσματικότητα. Στο παρόν άρθρο, η συζήτηση επικεντρώνεται σε αυτή τη στοχευμένη πεποίθηση ικανότητας, που επηρεάζει άμεσα τη μάθηση και την απόδοση του μαθητή.

 

Αυτοπεποίθηση και αυτο-αποτελεσματικότητα: τι ακριβώς εννοούμε;

Όταν μιλάμε για τη σκέψη «θα τα καταφέρω;», δεν αναφερόμαστε στη γενική αξία που αποδίδει ένας μαθητής στον εαυτό του (αυτοεκτίμηση), αλλά στην πεποίθηση ότι μπορεί να ανταποκριθεί σε μια συγκεκριμένη πρόκληση. Η αυτοεκτίμηση αφορά τη συνολική αίσθηση προσωπικής αξίας — το κατά πόσο το άτομο νιώθει ότι αξίζει αποδοχή και σεβασμό ανεξάρτητα από τις επιδόσεις του (Μακρή-Μπότσαρη, 200; Παπάνης, 2011). Αν και σημαντική για τη συνολική ψυχική ανάπτυξη, δεν ταυτίζεται με την πεποίθηση επιτυχίας σε μια συγκεκριμένη δοκιμασία.

Στο πλαίσιο των εξετάσεων, αυτό που μας ενδιαφέρει περισσότερο είναι η αυτοπεποίθηση ως εκτίμηση ικανότητας: η ρεαλιστική προσδοκία ότι «μπορώ να ανταποκριθώ». Η αυτοπεποίθηση, με αυτή την έννοια, δεν είναι απλώς αισιοδοξία· είναι μια γνωστική εκτίμηση των δυνατοτήτων μας απέναντι σε μια συγκεκριμένη απαίτηση (Martens, 1987).

Στην επιστημονική βιβλιογραφία, η πιο ακριβής έννοια που περιγράφει αυτή τη στοχευμένη πεποίθηση είναι η αυτο-αποτελεσματικότητα. Σύμφωνα με την κοινωνικογνωστική θεωρία (Bandura 1997, 2018), πρόκειται για την πεποίθηση του ατόμου ότι μπορεί να οργανώσει και να εκτελέσει τις απαραίτητες ενέργειες για να επιτύχει έναν συγκεκριμένο στόχο. Αφορά μια ειδική, περιστασιακή εκτίμηση ικανότητας και αποτελεί βασικό μηχανισμό αυτενέργειας.
Ερωτήματα όπως:

  • «Μπορώ να γράψω καλά στο αυριανό διαγώνισμα;»
  • «Μπορώ να διαχειριστώ τον χρόνο μου;»
  • «Μπορώ να κατανοήσω αυτό το κεφάλαιο;»
    είναι ερωτήματα αυτο-αποτελεσματικότητας.

 

Σε ποιους τομείς εκδηλώνεται η σχολική αυτοπεποίθηση;

Η θετική επίδραση της αυτο-αποτελεσματικότητας δεν εκδηλώνεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους τομείς της σχολικής ζωής. Στο σχολικό πλαίσιο, η αυτοπεποίθηση ενός μαθητή δεν είναι μονοδιάστατη, αλλά εκδηλώνεται σε διάφορους τομείς, όπως:

  • την εμπιστοσύνη στις γνωστικές δεξιότητες (κατανόηση, επίλυση προβλημάτων),
  • την εμπιστοσύνη στις ψυχολογικές δεξιότητες (διαχείριση άγχους, συγκέντρωση),
  • την εμπιστοσύνη στις μεταγνωστικές δεξιότητες (οργάνωση της μελέτης, επιλογή στρατηγικών),
  • την εμπιστοσύνη στην επάρκεια της προετοιμασίας («διάβασα ουσιαστικά και οργανωμένα»),
  • την εμπιστοσύνη στην ικανότητα βελτίωσης μέσα από την προσπάθεια.

Έτσι, ένας μαθητής μπορεί να νιώθει σίγουρος για τη γνώση της ύλης, αλλά να αμφιβάλλει για την ικανότητά του να διαχειριστεί το άγχος της εξέτασης. Η σχολική αυτοπεποίθηση διαφοροποιείται ανάλογα με το πεδίο και τις απαιτήσεις της εκάστοτε κατάστασης.

 

Χαμηλή, λειτουργική και υπερβολική αυτοπεποίθηση

Η αίσθηση ικανότητας δεν είναι ωφέλιμη σε οποιοδήποτε επίπεδο. Υπάρχουν ποιοτικές διαφορές.

Χαμηλή αυτοπεποίθηση

  • Έντονος αρνητικός εσωτερικός διάλογος
  • Σύγκριση με «καλύτερους» συμμαθητές
  • Αποφυγή συμμετοχής ή γρήγορη εγκατάλειψη
  • Ερμηνεία δυσκολίας ως απόδειξη ανικανότητας

Λειτουργική (ιδανική) αυτοπεποίθηση

  • Ρεαλιστική εκτίμηση δυνατοτήτων
  • Πίστη ότι η προσπάθεια φέρνει βελτίωση
  • Αποδοχή των λαθών ως μέρος της μάθησης
  • Επιμονή μπροστά στη δυσκολία

Υπερβολική αυτοπεποίθηση

  • Εσφαλμένη εκτίμηση των απαιτήσεων του έργου
  • Μειωμένη προετοιμασία
  • Αδιαφορία για ανατροφοδότηση

Το ζητούμενο δεν είναι «όσο περισσότερη τόσο καλύτερα», αλλά μια ρεαλιστική και λειτουργική πεποίθηση ικανότητας.

 

Πώς αναπτύσσεται η αυτοπεποίθηση;

Η πίστη των μαθητών στις δυνατότητές τους διαμορφώνεται κυρίως μέσω:

  1. Εμπειριών επιτυχίας: Κάθε φορά που ο μαθητής βιώνει πρόοδο – ακόμη και μικρή – ενισχύεται η πεποίθηση ότι η προσπάθεια αποδίδει.
  2. Αυτορρύθμισης: Η οργάνωση της μελέτης, η προετοιμασία και η διαχείριση του άγχους δημιουργούν αίσθηση ελέγχου.
  3. Κοινωνικού κλίματος: Η υποστήριξη από γονείς και εκπαιδευτικούς, η ποιοτική ανατροφοδότηση και η ύπαρξη θετικών προτύπων ενισχύουν τη σχολική αυτοπεποίθηση.

 

Οι προσδοκίες των ενηλίκων ως μηχανισμός αυτοεκπληρούμενης προφητείας

Η προσωπική αποτελεσματικότητα δεν διαμορφώνεται μόνο από τις ατομικές εμπειρίες επιτυχίας, αλλά και από το περιβάλλον. Οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί, συχνά χωρίς να το αντιλαμβάνονται, μεταδίδουν μέσα από τη στάση, τον τρόπο επικοινωνίας και την ανατροφοδότηση που παρέχουν τι πιστεύουν για τις δυνατότητες του παιδιού.

Η διαδικασία αυτή περιγράφεται ως φαινόμενο της αυτοεκπληρούμενης προφητείας: οι προσδοκίες των ενηλίκων μπορούν, υπό ορισμένες συνθήκες, να επηρεάσουν τη συμπεριφορά τους απέναντι στον μαθητή και τελικά να συμβάλουν στη διαμόρφωση της επίδοσής του (Jussim & Harber, 2005).

Όταν οι προσδοκίες είναι χαμηλές, μπορεί —έστω και ασυνείδητα— να περιορίζονται οι ευκαιρίες συμμετοχής, οι απαιτήσεις και η ποιότητα της ανατροφοδότησης. Το παιδί εισπράττει το μήνυμα ότι «δεν αναμένεται πολλά από εμένα» και ενδέχεται να μειώσει την προσπάθειά του, αποδυναμώνοντας έτσι την αίσθηση προσωπικής ικανότητας. Αντίθετα, θετικές και ρεαλιστικές προσδοκίες συνοδεύονται συνήθως από καθοδήγηση, ενθάρρυνση και ανατροφοδότηση που εστιάζει στην προσπάθεια και στις στρατηγικές βελτίωσης. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η αποτυχία αντιμετωπίζεται ως ευκαιρία μάθησης και όχι ως απόδειξη ανεπάρκειας.

 

Πρακτικοί τρόποι ενίσχυσης της αίσθησης ικανότητας

  • Συγκεκριμένη και θετική ανατροφοδότηση («οργάνωσες καλύτερα τον χρόνο σου»).
  • Έμφαση στη βελτίωση και όχι αποκλειστικά στο αποτέλεσμα.
  • Σταδιακή αύξηση δυσκολίας ώστε να βιώνεται επιτυχία.
  • Ενίσχυση θετικού εσωτερικού διαλόγου.
  • Διαχείριση του άγχους ως φυσιολογικής αντίδρασης σε μια σημαντική πρόκληση.

Σταδιακά δημιουργείται ένας θετικός κύκλος: η επιτυχία ενισχύει την αυτο-αποτελεσματικότητα, η αυξημένη αυτο-αποτελεσματικότητα ενισχύει την προσπάθεια και η προσπάθεια οδηγεί σε νέα επιτυχία.

 

Κλείνοντας

Η αυτοπεποίθηση δεν εγγυάται ότι ο μαθητής θα πετυχαίνει πάντα. Εγγυάται όμως ότι θα προσπαθήσει. Και αυτή η διάθεση για προσπάθεια είναι ο πυρήνας της μαθησιακής διαδικασίας. Όταν ο μαθητής πιστέψει ότι μπορεί να οργανώσει τη δράση του, να διαχειριστεί τις δυσκολίες και να μάθει από τα λάθη του, τότε η γνώση μετατρέπεται σε ουσιαστική κατάκτηση.

Τελικά, το ζητούμενο δεν είναι μόνο να μάθουν οι μαθητές την ύλη. Είναι να μάθουν ότι μπορούν να μάθουν. Και αυτή η πίστη αποτελεί το πιο ισχυρό θεμέλιο για κάθε μελλοντική τους προσπάθεια.

Βιβλιογραφικές αναφορές

Bandura, A. (1997). Self-efficacy: The exercise of control. Freeman.

Bandura, A. (2018). Toward a psychology of human agency: Pathways and reflections. Annual Review of Psychology, 69, 1–26. https://doi.org/10.1146/annurev-psych-010418-103230

Jussim, L., & Harber, K. D. (2005). Teacher Expectations and Self-Fulfilling Prophecies: Knowns and Unknowns, Resolved and Unresolved Controversies. Personality and Social Psychology Review, 9(2), 131–155. https://doi.org/10.1207/s15327957pspr0902_3

Luszczynska, Α. & Gutierrez-Donα, Β. (2005). General self-efficacy in various domains of human functioning: Evidence from five countries.  International Journal of Psychology, 40(2), 80-89. https://research.ebsco.com/c/djrxll/viewer/pdf/maildjaeon

Μακρή-Μπότσαρη, Ε. (2001). Αυτοαντίληψη και αυτοεκτίμηση. Μοντέλα, ανάπτυξη, λειτουργικός ρόλος και αξιολόγηση. Ελληνικά Γράμματα.

Martens, R. (1987). Coaches guide to sport psychology. Human Kinetics. https://www.scribd.com/document/766479982/COACHES-GUIDE-SPORT-PSYCHOLOGY

Παπάνης, Ε. (2011). Η Αυτοεκτίμηση. Θεωρία και αξιολόγηση. Ι. ΣΙΔΕΡΗΣ. https://ppy.aegean.gr/site/ext-files/bibliothiki/2011-i-aytoektimisi-theoria-kai-aksiologisi.pdf

Schutte, N. S., & Malouff, J. M. (2016). General and realm-specific self-efficacy: Connections to life functioning. Current Psychology, 35, 361–369. https://research.ebsco.com/c/djrxll/viewer/pdf/htxu5lczrb

 

Back To Top